Agios Sergios Famagusta Cyprus

Ayios Seryios Cyprus

Αρχικη

ΑΓΙΟΥ ΣΕΡΓΙΟΥ ΘΥΜΗΣΕΣ - Γιωτης Λαμπρου

Γενικη

Φωτο-Γκαλερυ

Σκοπος της Ιστοσελιδας

Χαιρετισμοι Φιλων Αγιου Σεργιου

Ναος Αγ Σεργιου

Σαλαμινα

Αποστολος Βαρναβας

Ποιηματα

Εορτη Αγιων Σεργιου και Βακχου

Ηρωες και Αγνοουμενοι

Ασχολιες Αησεργητων πριν το 1974

Ασχολιες Αησεργητων μετα το 1974

Ιστοριες και Ευτραπελα

Επικοινωνια

Ευχαριστιες

Θυμησες

Αγιος Σεργιος - με την Λουλλα Λορδου Ιωνιδου

Ποτέ δεν ειναι αργά να ζησεις το παρελθόν σου

Το Πασχα των Γεννών

Προσωπικά Βιώματα

 

Agios Sergios view

Salamina

Agios Sergios old ages

Sheep Ayios Sergios

School Agios Segios

 

 

Και ξαφνου ηρθαν τα χρονια δισεκτα και εφυγε η χαρά απο την ψυχη μας.. Και εσβησε το γελιο απο τα χειλη μας...

Μαραθηκαν τα γιασεμια στες αυλες μας. Το τραγουδι εγινε σπαραγμος, το κεφι εγινε τραγωδια, τα ματια βουρκωσαν. Πικρό το παράπονο, αγιάτρευτες οι πληγές, ποτάμι το δάκρυ, βαρύ το τίμημα του χωριου μας. Ανειπωτος ο πονος του ζευγους Κωστα και Ευπραξιας Σοφιανου.

Κι όμως κάποιες θύμησες δεν λεν να μας αφήσουν. Σταμάτησαν εκεί και στριφογυρίζουν στο μυαλό μας, θύμησες τόπων αγαπημένων του χωριού μας, του Αησερκη. «Οι τόποι που παίζαμεν μωρά, οι στράτες του χωρκού μας, κάθε του πέτρα, γειτονιά, καθε του ξωκλήσι, εν κάτι που έννεν δυνατόν να βκουν που μες στον νου μας, μόνο του χάρου το σπαθί μπορεί να μας τα σβήσει». Οι στίχοι αυτοί από το ποίημα του Γιώργου Κατσαντώνη: "Ο καμός του πρόσφυγα" είναι αντιπροσωπευτικοί και του δικού μας καημού και της αγάπης μας για το χωριό μας, τις ρίζες μας, κάποια καντούνια, κάπου εκεί, στο ραντισμενο καφενε του Ποτη του Τσιγκω, του Γιωρκη του Παπα, καθομασταν τες ζεστές νύχτες του καλοκαιριού και μιλούσαμε και γελούσαμε και βγαζαμε παρατσουκλια, και παιζαμε τταβλι, και παιζαμε "φλιππερ" και παιζαμε πιλοττα για να περάσουμε τη νύχτα μας. Χωρις τηλεορασεις, χωρις κομπιουτερ, χωρις ιντερνετ, με ενα ραδιοφωνο και μια τεραστια μπλε μπαταρια Θύμησες! Αμετρητες, αξεχαστες, ανεξιτηλες.

Κάποια Μ. Παρασκευή, όπου νωρίς το πρωί έπρεπε να μαζευτούν οι κοπέλες του χωριού στην εκκλησία του Αγιου Σεργιου και Βακχου για να στολίσουν τον Επιτάφιο. Και το βράδυ με κατάνυξη και συγκίνηση περιμέναμε ολοι οι χωριανοι ν΄ ακούσουμε το «Αξιον Εστι» και το «Αι γενεαί πάσαι» από τους ιεροψαλτες και το Παπαμιχαλη. Τόσα χρόνια που πέρασαν και δεν ακούσαμε πιο γλυκιά μελωδία. Και το Μεγαλο Σάββατο. Όλο το χωριό και οι απανταχού Αησεργητες μαζεύονταν στον περίβολο της εκκλησίας για το άναμμα της λαμπρατζιάς, που τα ξύλα της πρόθυμα έφερναν οι νεοι του χωριού μας. Τόσα χρόνια μετά κανένα Χριστός Ανέστη, καμιά αναμμένη λαμπάδα δεν μας συγκινεί. Ποιος άραγε από εμάς ξέχασε αυτές τις υπέροχες στιγμές; Θύμησες! Αλήθεια, πόσες είναι αυτές, δέκα, εκατό, χίλιες; Αμέτρητες είναι και αξέχαστες. Και ξεχωρίζουμε και ονειρευόμαστε γιορτές, πρόσωπα αγαπημένα, γεγονότα αξέχαστα. Την καμπάνα του χωριού μας να μας καλεί σε λύπες και χαρές, σε γάμο, σε θάνατο. Ποιος άραγε θα ξεχάσει τους γάμους που γίνονταν στο χωριό μας, το γέμισμα του κρεβατιού το Σάββατο, το γλεντι της Κυριακης, το παρτυ της Δευτερας; Θύμησες! Αμετρητες, αξεχαστες, ανεξιτηλες.

Ποιος άραγε δεν θυμάται την ταβερνα του Πιλοττου, του Παντελα, του Πουσκα; Τους ουζομεζεδες του Ζανεττου με τα μανιταρια της αναθρικας και τα καραολια της Σαλαμινας; Τα ευγευστα στρουΦουκια με τ' αυκα, του Σσιακαλλου; Το μανναβικο του Κατιαουνη με τ' αλμυρα τσαρτελλια στην βουτυροκολλα, την μυρωδια απο τους λεμονανθους του πορτοκαλεωνα του Πλουτη και του Τρυφωνα του Χαρη; Το πιο ευγευστο χαλλουμι φτιαγμενο απο την μανα, με το καθαρο προβιο γαλα του βοσκου του Πιννα; Τα κρεοπωλεια τα παλια, απ' οπου αγοραζε ο πατερας το χοιρινο και αναβε το μαγκαλι και εψηννε τα σουγλακια εξω στην αυλη τες καλοκαιρινες εκεινες νυκτες, τα πιο γλυκα σουγλακια που γευτηκαμε ποτε. Θύμησες! Αμετρητες, αξεχαστες, ανεξιτηλες.

Πως να ξεχασεις το καθε-σαββατιατικο εκεινο "μισητο" λουσιμο με το πρασινο σαπουνι "Δημητρα" που ηταν σαν πετρα και σου αμολουσε η μανα στο κεφαλι και σου 'ριχνε το ζεστο νερο με την σικλα, μεσα στο τσιγκενο μπανιο; Φτωχεια, πολλη φτωχεια, μα τα συναισθηματα ηταν τοσο πλουσια, τοσο ομορφα, τοσο γλυκα, τοσο αγνα! Θύμησες! Αμετρητες, αξεχαστες, ανεξιτηλες.

Ποιος θα ξεχασει το αλακατι με τους καδους, μεσα στους καταπρασινους αγρους, που το εσερνε γυρω γυρω το γαιδουρι, που εβγαζε το νερο απο τους λακκους και ποτιζε τα ποστανια του ο Αντωνης ο Κυπρος και ο αδελφος του Ο Κωστας του Λαμπρη; Που εποτιζε τα σελινα ο Γιαγκουλλης και τες κουλουμπρες τους ο Φωτατσος και ο Αλουπος; Που να φυγουν απο το μυαλο οι μνημες, με τες χειροποιητες σφενδονες που ριχναμε τους "στρουΦους" και τες τζικλες, μεσα στα κατασπαρτα και καταπρασινα περβολια του χωριου μας; Πως θα διωξει κανεις την οσφρηση απο τες ευωδιες που εξεπεμπαν τα αγριολουλλουδα και τα κρινακια των λειβαδειων του δασους της Σαλαμινας; Πως να φυγει το βλεμμα απο απο τους κιτρινους λαζαρους, τες αναστασιες και τες παπαρουνες της ανοιξης; Τα αρνακια, τες αναθρικες στους καμπους και τους αγρους του Αη Σερκη; Ποιος θα ξεχασει τες νοστιμες φρεσκες γλυκες πατατες τηγανισμενες στο λαδι το "καλο" και βγαλμενες απο το γονιμο και πλουσιο κοκκινοχωμα στα παραθαλασια λειβαδεια του "Κολυμπου" και του "Πεντε Μιλι"; Μισος αιωνας περασε και δεν γευτηκαμε ποτε τετοιες γλυκονοστιμες πατατατες. Θύμησες! Αμετρητες, αξεχαστες, ανεξιτηλες.

Ποιος δεν θυμαται τες σχολικους εκεινους περιπατους, με τον Τρεμετουσσιωτη, τον Στρουθο, τον Πετριδη, την Χαρικλεια, στον Αποστολο Βαρναβα, στη Σαλαμινα και στο Κολυμπο; Ποιος μπορει, Θεε μου, να ξεχασει τους πιο γλυκους κεφτεδες μεσα στο "καππακλι" που ετοιμαζαν οι μαναδες, σαν πηγαιναμε εκδρομη στον Κολυμπο; Τους συμμαθητες, τον Κοκο τον Κασσιανη, τον Νικο του Φορσου, τον Κοκο του Ψιλλου, τον Αντρικκο του Στρογγου, την Χαρα του Νικου του Σερκου, την Μηλιτσα του Μαλαθουρα, την Θεκλα του Πουγιουρου, την Δεσπω του Κλικκη; Τα παιδικα, τα ανεμελα παιγνιδια, το "χωστο" και το γλυκο τσιμπημα στα ξυπολητα ποδια απο τες πευκοβελονες του δασους; Θύμησες! Αμετρητες, αξεχαστες, ανεξιτηλες.

Ποιος ξεχνα αραγε τες δακρυβρεκτες ταινιες του Ξανθοπουλου και της Μαρθας Βουρτση που "επαιζοντο" στα σινεμα του Πουγιουρου και του Φιλιππακη; Την γιαγια μας την Γρουση, απεναντι απο την εκκλησια; Την ποδοσφαιρικη ομαδα Δυναμο με τον Αντρελλη, τον Κουττουκα, τον Πολεμο, τον Αυτοματο, τον Παρπα, την ΕΝΑΣ με τον Τουγκο, τον Ροβερτο, τον Ττωνη του Ψαρια, τον Λεμονη; Ποιος ξεχνα τον Φυτα τον πετρολαα, τον Αντωνη τον Κυπρο με το καρο, που κουβαλουσε αμμον και τσιακκιλι απο την Σαλαμινα, τον Αντζιελη του Φορσου, τον Μανη με το πιο ωραιο μαχαλλεπι του κοσμου; Θύμησες! Αμετρητες, αξεχαστες, ανεξιτηλες.

Απλοϊκοί, αγνοί καλοτατοι οι Αησερκιτες. Γιατί όπου και αν πήγαμε τίποτε δεν μας ευχαριστεί, δεν μας αρέσει, τίποτε δεν είναι σαν το χωριό μας, πάντα κάτι λείπει, γιατί οι λύπες είναι αβάσταχτες και οι χαρές μας λίγες. Γλυκαίνει ο πόνος και διπλασιάζεται η χαρά όταν τα μοιράζεσαι. Και μεις εδώ, τόσα χρόνια μετά, είμαστε ξένοι. Θύμησες κάποιων κλειστών εκκλησιών που περιμένουν βουβές και λυπημένες να λειτουργηθούν ξανά και να γεμίσουν από τον κόσμο τον καλό, τον απλό, τον πονεμένο, τον κόσμο του χωρκού μας, τους αγαπημένους Αησερκιτες. Τι κι αν χάλασαν τα σπίτια μας, τι κι αν σύλησαν τις εκκλησίες μας, τι κι αν χορτάριασαν οι τάφοι των αγαπημένων μας. Η γη δεν έχει κρικέλια για να την πάρουν και να φύγουν. Η θαλασσα της Σαλαμινας, δεν χωρα μεσα σε τανκερς και αρμαδες για να την παρουν και να φυγουν. Κι εμάς εδώ μας κρατούν οι θύμησες, η πίστη και περιμένουμε την άγια ώρα της επιστροφής στο όμορφο και αγαπημένο μας χωριό. Θα ξαναφτιάξουμε και θα 'σπρογιασουμε τα σπίτια μας, θα ξαναλειτουργήσουμε τις εκκλησιές μας, θα ανάψουμε τα σβηστά καντήλια στα μνήματα των δικών μας, θα ξανακτισουμε τους σταυρους των ταφων των προγονων μας, θα σου κανουμε λαμπρο μνημοσυνο Παπαμιχαλη, θα ξανανιψουμε τα προσωπα με το Αγιασμα Σου, Αποστολε Βαρναβα, θα ξαναπαρουμε τα σκουριασμενα μας ποδηλατα, θα ξαναφουσκωσουμε τις σαμπρελλες και θα ξανακολυμπησουμε στα κρυσταλλινα νερα της αγαπημενης Σαλαμινας, θ΄ανάψουμε το σβησμένο σου καντήλι, αγαπημένε κι αδικοσκοτωμένε Παμπο.

Σας περιμενουμε Αγιοι μας, κλεινουμε ραντεβου στες εφτα τ' Οκτωβρη. Και ακουτε... ναρθετε πανω στ' αλογα σας, ναρθετε σαν αστραπη, με φωτια και λαβα να διωξετε τους απιστους, να εξαφανισετε τους αθεους, να ξαναφερετε το γελιο στα χειλη μας, να ξαναφερετε τη χαρα στην ψυχη μας. Σας περιμενουμε... Εσενα Αγιε Σεργιε... κ' Εσενα Αγιε Βακχε... κ' Εσενα Αποστολε Βαρναβα, στες εντεκα του Γιουνη...

Γιωτης Λαμπρου (Οι δικές μου θυμησες)

Yiotis Lambrou

Επισης απο τις δικες μου θυμησες

Ποτέ δεν ειναι αργά να ζησεις το παρελθόν σου

Το Πασχα των Γεννών

Προσωπικά Βιώματα

 

Watch us on Youtube  Find us on Face book  Play Music

Copyright ©2014 Yiotis Lambrou - Web Design by Yiotis Lambrou. Photo partly elaboration: Yiotis Lambrou.

Top